Ἀντίκρυ στή θάλασσα τοῦ Θερμαϊκοῦ καί πλάι σέ γκριζοπράσινα ἐλαιόδεντρα, ἐρείπια παλαιοχριστιανικῶν ἐκκλησιῶν τῆς πρωτοχριστιανικῆς Ἐπισκοπῆς Πύδνας ζωντανεύουν μέχρι σήμερα τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἀλέξανδρου στόν 3ο αἰώνα μ.Χ. Ἐκεῖ δίπλα ὑψώνεται πρός τιμήν τοῦ Ἁγίου τό νεόδμητο μοναστήρι, πού πανηγυρικά τιμᾶ τή μνήμη του τή Β΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, ἐνῶ ἡ ἱερή του κάρα θησαυρίζεται στή μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Δυόμισι αἰῶνες μετά τό πέρασμα τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου ἡ Μακεδονία φυλάγει τήν παρακαταθήκη τοῦ ἱεροῦ εὐεργέτη της. Ἀπό γενιά σέ γενιά ἔφτασε ὁ θεῖος λόγος τοῦ ἀποστόλου στούς προγόνους τοῦ νεαροῦ Ἀλέξανδρου. Στή νεανική του καρδιά κυριάρχησε μιά ἐπιλογή: Νά θεμελιώσει τή ζωή του «τῇ πέτρᾳ... τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγαπήσεως». Μεγάλωνε μέ ἕναν πόθο: Νά δυναμώσει «τὴν ψυχὴν ταῖς μελέταις ταῖς ἐνθέοις... κρατύνας τοὺς νόμους τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὴν πίστιν ὡς ὅπλον». Δούκας στό ἀξίωμα συστρατεύθηκε «τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων» ὡς «στερρὸς ἀθλητής».
Ἡ ἀρχοντική του θέση καί καταγωγή δέν τόν ἐμπόδισε νά χαμηλώσει ἀνάμεσα στόν καταδιωγμένο λαό. Ἔγινε «εὐωδία» τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μέ τή σοφή διδασκαλία του. Ταπεινός καί χαριτωμένος ὁ ἐργάτης τοῦ εὐαγγελίου στή μυστική του ζωή ἀπέδιδε «δῶρα Χριστῷ... πίστιν καὶ ἀγάπην ἀνυπόκριτον». «Ναὸν τῆς Τριάδος» κατέστησε τήν ὕπαρξή του, ὅπου ἐπιτελοῦνταν ἡ λατρεία τοῦ Ἰησοῦ πού ἀγάπησε ἀπό μικρός.
Ἕνας αὐτός, «ἀξιοθαύμαστος μάρτυς τοῦ Ἰησοῦ», κρατοῦσε στιβαρή τήν ἀντίσταση στῶν ἀσεβῶν τή μανία. Τολμοῦσε νά καλεῖ τόν λαό νά ἀπέχει ἀπό τίς ἀκάθαρτες θυσίες τῶν εἰδώλων καί νά πιστεύει στόν ἀληθινό Θεό, τόν ποιητή καί δημιουργό τοῦ κόσμου. «Ὁ δὲ Θεὸς χαρίσμασιν αὐτὸν ἰαμάτων ἀνταμείβεται». Θεράπευε τούς ἀσθενεῖς μέ τό χάρισμα πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Δέν ἦταν μικρές οἱ χάρες τοῦ μακάριου Ἀλέξανδρου. Πολλοί εἰδωλολάτρες ἀπομακρύνονταν ἀπό τό πικρό σκοτάδι τῆς ἀπάτης καί ἔμπαιναν στό γλυκό φῶς τῆς ἀλήθειας τοῦ Χριστοῦ.
Πῶς νά μείνει ἄγνωστη ἡ δράση τοῦ ἐπιφανοῦς δούκα τῆς Πύδνας στόν καίσαρα Μαξιμιανό; Ἐξάλλου, δέν ἦταν ὁ μόνος πού ἄφοβα καί φανερά ὁμολογοῦσε τήν πίστη στόν ἐσταυρωμένο Χριστό καί καταφρονοῦσε τά εἴδωλα. Στή Θεσσαλονίκη ὁ συγκλητικός Δημήτριος ἀποδείχτηκε ἀνάξιος τῆς τόσης τιμῆς τοῦ βασιλιᾶ, γιατί κι αὐτός δίδασκε καί ὁμολογοῦσε ὅτι εἶναι χριστιανός. Μιά ἀπορία διακατεῖχε τόν βασιλιά: Ποιός ἦταν αὐτός ὁ Ναζωραῖος στόν ὁποῖο παρέδιδαν τά διάσημά τους τόσοι ἐπιφανεῖς ἄνδρες του; Ποιά δύναμη θά μποροῦσε νά τούς σταματήσει νά κατακτοῦν, ὄχι πιά ἐδάφη γιά τήν αὐτοκρατορία του, ἀλλά καρδιές γιά τόν Θεό τους; Ἄρχισε νά ἐξοργίζεται καί νά ἀπειλεῖ.
Διέταξε νά φέρουν τόν Ἀλέξανδρο μπροστά του. Λαμπρός ἀλλά καί σεμνός. Εὐγενής καί ὡραῖος στό σῶμα. Ἄσπιλος στήν ψυχή καί ἱλαρός στήν ὄψη. Ἄφοβος μπροστά στήν ἀγριότητα τοῦ δικαστοῦ. Στήν προσπάθεια τοῦ βασιλιᾶ ἤπια νά τόν μεταπείσει νά πιστέψει στά εἴδωλα, ὁμολόγησε μέ φρόνημα σταθερό: «Τόν Χριστό ἀπό μικρό παιδί λατρεύω καί δέχομαι ὡς δεσπότη καί Θεό μου. Αὐτόν μοῦ προτείνεις τώρα νά ἀρνηθῶ καί νά προτιμήσω τά ψεύτικα κατασκευάσματα; Γιατί τί ἄλλο εἶναι οἱ θεοί σου; Σίγουρα θά θεωρηθῶ ἀπερίσκεπτος, ἄν ἔτσι ἀποφασίσω. Μάλιστα καί σέ σένα, βασιλιά, ἀξίζει νά πιστεύεις στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό». Θαύμασε ὁ ἄρχοντας τήν τόλμη τοῦ γενναίου ἀθλητῆ τῆς πίστεως. Ἐξοργίστηκε ὅμως! Τόν ἔστειλε σέ σκοτεινή φυλακή μέ τήν ἐντολή νά μείνει χωρίς νερό καί χωρίς φαγητό γιά τρεῖς μέρες.
Ἡ παρακαταθήκη, πού εἶχε παραλάβει ὁ Ἀλέξανδρος, ἔγινε παρότρυνση, δύναμη κραταιά μέσα στό δεσμωτήριο. «Ὑμῖν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τὸ εἰς Αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φι 1,29). Τήν τέταρτη ἡμέρα στάθηκε σιδηροδέσμιος ὁ ἀθλοφόρος Ἅγιος μπροστά στόν ἔκπληκτο Μαξιμιανό. «Ὤφθη ὡραῖος καλλοναῖς φαιδρυνθεὶς τῆς καλλοποιοῦ ἐναθλήσεως». «Μοῦ ζητᾶς, κράτιστε βασιλιά, νά μετανοήσω καί νά ἔρθω ἀπό τό φῶς στό σκοτάδι; Μοῦ λές ὅτι μέ μαγεῖες καί μέ γοητεῖες ἐξαπατῶ τούς ἀνθρώπους. Μόνο τό σωτήριο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μου ἐπικαλοῦμαι. Αὐτός πραγματοποιεῖ ὅλα τά θαυμαστά».
Οἱ δήμιοι παίρνουν τήν ἐντολή νά μήν κουραστοῦν νά τόν ραβδίζουν καί νά τόν ρίξουν στή φυλακή. Ρωμαλέος καί ἀνδρεῖος ὁ ἔνδοξος ἀγωνιστής δέν λύγισε. Ὄχι μόνο δέν δέχτηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα, ἀλλά καί ἀνέτρεψε τήν τράπεζα τῶν σπονδῶν. Τιμωρία του ὁ ἀποκεφαλισμός. Ἦταν 14 Μαρτίου τοῦ 285 μ.Χ.
Μακάριε μάρτυς Ἀλέξανδρε, «τὰ στίγματα τῆς σαρκός σου» ἔγιναν ἡ ματωμένη σκυτάλη πού παρέδωσες στούς χριστιανούς τῆς ἐποχῆς σου, γιά νά πορεύονται «ἀξίως τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ» (Φι 1,27). «Ὁ ποταμὸς τῶν αἱμάτων σου, θεόφρον» πότισε τή μακεδονική γῆ, γιά νά βλαστήσει τόσους ἥρωες καί μάρτυρες. Ἡ γενιά τοῦ σήμερα μέ εὐλάβεια συνάζει τήν ἱερή αὐτή συγκομιδή, πού ἀναπτερώνει τήν πίστη καί ἐμπνέει τό μαρτυρικό φρόνημα τῆς ἀντίστασης.
Οὐρανοδρόμος
"Ἀπολύτρωσις"
Τεῡχος Μαρτίου 2025