Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Μεγαλοβδομαδιάτικο ’Αντίφωνο

  hymns cὉ λειτουργικός χωροχρόνος τῆς Ἐκ­κλησίας μας ἀναδίδει τίς ἅγιες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας τήν πιό εὐ­ω­διαστή του δόξα, καθώς κοσμεῖται ἀπό ἄρρητο ἐκφραστικό ὕψος ὕμνων. Στούς ὀρθόδοξους ναούς, μέσα στό κλί­μα τῆς κατάνυξης πού δημιουργοῦν οἱ ὕμνοι καί τά ἀναγνώσματα, αἰσθάνεται κανείς νά μεταρσιώνεται καί νά μεταφέρεται νοερά στόν τόπο ὅπου ὁ Χριστός ἔπα­θε, σταυ­ρώ­θηκε, θυσιάσθη­κε ὡς ἐ­θελόθυτο θύμα ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτη­ρίας, καί ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς νικητής καί τροπαιοῦχος.
Ποιητικό ὕφος, πνευματική εὐαισθησία, μυσταγωγική εὐσέβεια, θρηνῶδες βίωμα, κατάνυξη συναντῶνται σέ ὅλους τούς ὕμνους. Μέ τήν ἐκφραστική τους δύναμη, τόν λυρισμό, τή δραματικότητα, τόν ποιητικό λόγο καί τήν ἐξαίσια μουσική τους συνεπαίρνουν τόν πιστό στίς Ἀκολουθίες καί τόν βοηθοῦν στή βίωση τοῦ θείου δράματος, μέ ἀποκορύφωμα τόν σταυρό καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὑμνογράφοι ὅπως οἱ ἅγιοι Κο­σμᾶς ὁ Μελωδός, Ἰωάννης Δαμα­σκηνός, Ἀνδρέας Κρήτης, Ρωμανός ὁ Με­λω­δός, Θεόδωρος Στουδίτης, Ἰωσήφ ὑ­μνογράφος, Κασσιανή κ.ἄ. συνέθεσαν τούς περισσότερους ἀπό τούς ὕμνους τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ἀναντίρρητα, οἱ δη­­μιουργοί κατεῖχαν ἀπόλυτα τή θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, τήν ποιητική τέ­χνη, τήν ἑλληνική γλώσσα καί συγ­χρό­νως ὑπῆρξαν ἄριστοι μουσικοί.
  Ἀπό τόν λειμώνα τῶν ὕμνων αὐτῶν παραθέτω ἐπιλεκτικά ποιητικά ἄνθη.
  Ὁ Εἱρμός τῆς ε´ ιὨδῆς τοῦ Κανόνα τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ποίημα τοῦ ἁγί­ου Κο­σμᾶ τοῦ Μελωδοῦ, τονίζει: «Τῷ συν­δέ­σμῳ τῆς ἀγάπης συνδεόμενοι οἱ Ἀπό­στολοι τῷ δεσπόζοντι τῶν ὅλων, ἑ­αυτοὺς Χριστῷ ἀναθέμενοι, ὡραίους πό­δας ἐξαπενίζοντο (=ἔσπευδαν) εὐαγ­γε­λι­ζόμενοι πᾶσιν εἰρήνην». Γιά νά γίνει κανείς ἀπόστολος τῆς εἰρήνης, ὅπως οἱ Ἀ­πόστολοι τοῦ Χριστοῦ, λέγει ὁ ὑμνο­­γρά­­φος, ἀπαιτοῦνται ὡς προϋποθέσεις ὁ συνδετικός κρίκος τῆς ἀγάπης, ἡ ἀ­φιέ­ρω­ση στόν Χριστό καί ἡ κάθαρση τῆς ψυ­χῆς. Ἀλήθεια, ποιός μπορεῖ εἰλικρινά νά γίνει εἰρηνοποιός, ὅταν λείπει ἀπό μέ­σα του ἡ ἀγάπη; Καί ποιός μπορεῖ νά ἀ­γαπᾶ ἀληθινά τήν εἰρήνη, ὅταν ἀπορ­ρίπτει Αὐτόν πού εἶναι ἡ εἰρήνη τοῦ Θε­οῦ, «ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα», Αὐ­τόν πού κατά τή Γέννησή Του οἱ ἄγγελοι ἔ­ψαλαν τό «καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη», Αὐτόν πού εἶπε «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται»;
  Ἄλλο Τροπάριο ἀπό τήν ἴδια  ιὩδή παροντοποιεῖ παραστατικά τόν ἱερό Νι­πτή­ρα: «Μαθηταῖς ὑποδεικνύει ταπει­νώσεως ὁ Δεσπότης τύπον· ὁ νεφέλαις δὲ τὸν πόλον περιβάλλων ζώννυται λέ­ντιον, καί κάμπτει γόνυ δούλων ἐκ­πλῦ­ναι πόδας, οὗ ἐν τῇ χειρὶ πνοὴ πάντων τῶν ὄντων». Τό μήνυμα τοῦ Τροπαρίου εἶναι ἡ ταπείνωση, ὅπως τή δίδαξε στούς μαθητές του ὁ Χριστός, βάζοντας τόν ἑ­αυ­τό του στή θέση τῶν δούλων. Ὁ πα­ντο­δύναμος Χριστός, ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, πού χορηγεῖ τή ζωή σέ ὅλα τά ὄ­ντα, ταπεινώνεται πλένοντας τά πόδια τῶν μαθητῶν του. Βεβαίως ἡ ταπείνωση δέν δηλώνει ἀδυναμία. Ἀντίθετα, πρόκειται γιά τή δύναμη τῆς ἀ­δυ­ναμίας, πού νι­κᾶ τούς ἰσχυρούς, τῆς «ἀ­δυναμίας» μέ τήν ὁποία ὁ Χριστός, ὁ «πρᾷος καὶ τα­πει­νὸς τῇ καρδίᾳ», νίκησε τούς ἰσχυρούς τοῦ κόσμου.
  Στό ιδ΄ Ἀντίφωνο τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἀκοῦμε: «Μικρὰν φω­νὴν ἀφῆκεν ὁ λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, με­γάλην πίστιν εὗρε, μιᾷ ροπῇ (= σέ μιά στιγμή) ἐσώθη καὶ πρῶτος Παραδείσου πύλας ἀνοίξας εἰσῆλθεν· ὁ αὐτοῦ τὴν με­τάνοιαν προσδεξάμενος, Κύριε, δόξα σοι». Συχνά ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό -κυρί­ως σέ στιγμές δύσκολες- νά ἱκα­νο­ποι­ή­σει διάφορα αἰτήματά μας. Καί ὁ ληστής βρέθηκε στήν πιό δύσκολη στιγμή τῆς ζωῆς του, σέ μιά στιγμή ὁριακή, κα­θώς ἀντιμετώπιζε κατάματα ἕναν πολύ ὀδυ­νηρό θάνατο. Ἐκείνη τή στιγμή, ὅ­μως, ἀντί νά ἀκολουθήσει τό ἔνστικτο τῆς ἐ­πιβίωσης, πού τόν πρόσταζε νά ζη­τή­σει νά σώσει τήν ὅποια ζωή του, ὅπως ἔ­πρα­ξε ὁ ἄλλος ληστής, ἀπευ­θύνει πρός τόν Χριστό τή γνωστή φράση: «Μνή­σθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Μιά φράση μικρή, πού ὅμως στά­θηκε ἀρκετή, γιά νά γίνει κλει­δί ὥστε νά ἀνοί­ξει ὁ παράδεισος καί νά καταστεῖ ὁ ἴδιος ὁ πρῶτος ἔνοικός του. Δέν χρει­ά­ζεται, λοιπόν, πολλά λόγια ὁ Θεός, καί βατ­το­λογίες· χρειάζεται μόνο δυνατή πί­στη καί μετάνοια ἀληθινή.
Τροπάριο τῆς θ´  ιὩδῆς τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἰκονοποιεῖ θαυ­μάσια τό Πάθος τοῦ Κυρίου: «Ἐκύ­κλω­σαν κύνες ὡσεὶ πολλοί, ἐκρότησαν, Ἄναξ, σιαγόνα σὴν ῥαπισμῷ, ἠρώτων σε, σοῦ δέ ψευδῆ κατεμαρτύρουν, καὶ πάντα ὑπομείνας ἅπαντας ἔσωσας». Ὁ ὕμνος ἀποτελεῖ μιά περιληπτική καταγραφή τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο τά ὑπέμεινε. Μάλιστα, ὁ ποιητής ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Μελωδός θέλοντας νά δείξει τό μένος τῶν Ἰ­ου­δαίων, κυρίως τῶν ἀρχιερέων, φαρισαίων καί γραμματέων, χρησιμοποιεῖ τό σχῆμα τῆς παρομοίωσης, παραθέ­το­ντας καί ὅλα ὅσα σάν ἀγριεμένα σκυλιά ἔπρα­­ξαν κατά τοῦ Χριστοῦ. Τονί­ζει ἔτσι ἐντονότερα τήν ὑπομονή καί καρτερία τοῦ Κυρίου. Ὁ Χριστός δέν τιμωρεῖ, δέν ἐκδικεῖται, δέν ὑβρίζει, δέν ἀντι­δικεῖ, ἀλλά ὑπομένει ἀπό ἀγάπη πρός τόν ἄν­θρωπο. Αὐτόν τόν δρόμο τῆς ἀ­­­γάπης καί τῆς ὑπομονῆς μᾶς δείχνει ὁ Χριστός μέ τή στάση του.
  Γενικά, γιά τή μυσταγωγία τῆς ὑμνολογίας ὁ ἔξοχος διηγηματογράφος Ἀλέξανδρος Παπαδια­μάντης ὑπογραμμίζει: «Ὅλα τά τρο­­πάρια εἶναι ἀμίμητης καλλο­νῆς καί μελωδίας, καί συνιστοῦμε νά προσέξουν οἱ φιλόχρι­στοι ἀ­να­γνῶ­στες ὄχι διά τῶν ἐξωτερι­κῶν ὀ­φθαλ­μῶν τους, ἀλ­λά διά τῶν ματιῶν τῆς ψυ­χῆς». Καί ἀλ­λοῦ σημειώνει γιά τήν Ἀκολουθία τῶν Παθῶν: «Ἀλλά μετά προσο­χῆς παρακολουθῆστε τούς ἀπαράμιλλους τῶν μελωδῶν ὕ­μνους ψαλλομένους ἐξό­χως κατανυκτι­κά, οἱ ὁποῖοι καί ὡς ποίηση καί ὡς μέ­λος θά παραμείνουν γιά πά­­ντα ἀθάνατα μνημεῖα τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς».
  Ἐν κατακλεῖδι, ὁ μακαριστός μη­τρο­πολίτης Κοζάνης Διονύσι­ος συμβούλευ­ε: «Στήν ἐκκλησιαστική σύναξη δέν ψάλ­λουμε γιά νά νιώσουμε μέσα μας αὐτό πού λέγεται καλλιτεχνική συγκίνηση, ἀλ­λά γιά νά ζήσουμε τήν ἱερή κατάνυξη, πού γεννᾶ στήν ψυχή μας ἡ αἴ­σθηση ἀ­πό τό ἕνα μέρος τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ κι ἀπό τό ἄλλο τῆς ἀν­θρώπινης ἀθλιότητάς μας».

Εὐδοξία Αὐγουστίνου

"Ἀπολύτρωσις",

Τεῡχος Ἀπριλίου, 2025