O ρολογάςΤο μαγαζάκι του, μικρό με μια διακριτική βιτρίνα, έστεκε σε κείνη τη γωνιά του δρόμου δεκαετίες ολόκληρες. Έμοιαζε ξεχασμένο από τον καιρό που οι πολυκατοικίες δεν είχαν ακόμη πνίξει τα πάντα. Τα ρολόγια στη βιτρίνα σταματημένα πάντοτε στην ίδια ώρα, ήταν η… ασταμάτητη ασχολία του.

Έβλεπε τον κόσμο έξω να πηγαινοέρχεται γοργά, βιαστικά, φορτωμένος με λογιών λογιών σακούλες που βέβαια ήταν λιγότερες από πέρσι. Μόνο στο δικό του μαγαζάκι δεν έμπαινε κανείς σήμερα. Γενικώς είχε δουλειά, παράπονο κανένα. Ήταν καλός πωλητής κι επιπλέον διόρθωνε τα χαλασμένα ρολόγια στο πι και φι. Όμως σήμερα… σήμερα κανείς δε μπήκε ακόμη και νιώθει κάπως μόνος. Ξεσκονίζει μηχανικά τα ράφια, τη βιτρίνα, τέλος φτάνει στο μεγάλο παλιό ρολόι που κοσμεί τον τοίχο πίσω από το γραφείο του. Αυτό το ρολόι είναι το καμάρι του! Το έχει φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια με πολύ μεράκι. Οι αριθμοί καλλιτεχνικά σχεδιασμένοι πάνω στο καντράν, ταίριαζαν τέλεια με τους φινετσάτους δείκτες. Οι δείκτες…

–Πολύ αργά γυρνούν σήμερα, παρατήρησε.

Κοίταξε και τα υπόλοιπα ρολόγια του μαγαζιού. Όχι, λάθος έκανε. Όλοι οι δείκτες κινούνταν με τον ίδιο ρυθμό κι αυτός ο ρυθμός ήταν βασανιστικός για τον ίδιο. Αργά, πολύ αργά κινούνταν σήμερα οι δείκτες…

–Κύριε Αντώνη, καλημέρα! ένα ψηλό χαμογελαστό παλικάρι, μπήκε με φόρα μες στο μαγαζί

–Καλημέρα, βρε Βασίλη. Τι έγινε; Πάλι το χάλασες το ρολόι σου; Προχθές στο έφτιαξα.

Ο Βασίλης χαμογέλασε καλόκαρδα.

–Μια χαρά είναι το ρολόι μου. Αφού κυρ Αντώνη είσαι φοβερός μάστορας. Απλά είπα να σε προσκαλέσω να περάσουμε μαζί την πρωτοχρονιά.

«Μαζί; Από πού κι ως πού»; αναρωτήθηκε εκείνος.

–Γιορτάζω αύριο και μετά την εκκλησία θα μαζευτούμε, να το γιορτάσουμε, να φάμε όλοι μαζί… Η οικογένεια, μη φανταστείς… Ε, τόσα χρόνια γείτονας μια φορά δεν έχεις έρθει στο σπίτι μας…

–Κι είμαι και μόνος πια, μουρμούρισε.

–Ορίστε;

–Τίποτα παιδί μου. Σ’ ευχαριστώ! Θα το σκεφτώ και… θα σου πω.

–Όπως θέλεις, κυρ Αντώνη. Εμείς θα σε περιμένουμε… Μετά την εκκλησία, έτσι!

Βρέθηκε πάλι μόνος. Αυτός και τα ρολόγια του με τους βασανιστικούς δείκτες. Πέρσι ήταν κι η γυναίκα του μαζί του. Όμως φέτος θα αλλάξει χρονιά χωρίς αυτήν. Γι’ αυτήν δε μετρά πια ο χρόνος. Αυτός ο χρόνος… Του είχαν πει πως γιατρεύει τις πληγές, μα τα ρολόγια του τίποτα δεν κατάφεραν να θεραπεύσουν. Νιώθει μόνος, μόνος όσο ποτέ άλλοτε. Ίσως είναι καλή ιδέα να πάει στο σπίτι του Βασίλη. Μήπως να πάει πρώτα και στην Εκκλησία μαζί του; Θα χαρεί αυτό το τόσο καλό παιδί να τον δει εκεί. Κι έχει καιρό να πάει στην Εκκλησία, πολύ καιρό…

Πήγαινε μαζί με τη γυναίκα του στην εκκλησία. Γι’ αυτόν ήταν πάντα κάτι σαν τελετουργικό της Κυριακής, σαν μια συνήθεια. Για την Μαρία του, τό ‘νιωθε, ήταν κάτι βαθύτερο, της έδινε τόση χαρά κι ένα φως στο γερασμένο μα όμορφο πρόσωπό της. Γι’ αυτό δεν της χαλούσε χατίρι. Πήγαινε πάντοτε μαζί της. Κάποτε… Όταν πια εκείνη αρρώστησε και μέσα σε λίγους μήνες τού ‘φυγε, δεν ξαναπάτησε στην εκκλησία. Ναι, η Μαρία του θα χαιρόταν αν… Κι ο Βασίλης… σαν να του το τόνισε: «μετά την εκκλησία»… Ας πάει αύριο… τουλάχιστον θα κάνει χαρούμενα δυο αγαπητά του πρόσωπα…

Μα η σκέψη που δεν ξέρει από χρόνο και λεπτοδείκτες, αβίαστα ξαναγύρισε στην αγαπημένη του μορφή. Μετά την εκκλησία σαν άγγελος γυρνούσε εδώ κι εκεί, σε κάθε γωνιά της γειτονιάς. Σ’ αυτό δεν του ζητούσε να την συνοδεύει. Δεν ήθελε να το πολυκαταλαβαίνουν οι άλλοι. Επισκεπτόταν τον κατάκοιτο κυρ Αναστάση, διακριτικά και με αγάπη έδινε λίγα χρήματα που μάζευε όλη την εβδομάδα στην εγκαταλελειμένη κυρα-​Παναγιώτα, πήγαινε δώρα και γλυκά στα παιδιά του άνεργου Παντελή και όχι μόνο… Όσα παιδιά δεν τους χάρισε ο Θεός, θαρρείς και τ’ αποκτούσε η Μαρία με αυτό τον τρόπο. Με την αγάπη της. Μήπως… μήπως να έκανε κι αυτός το ίδιο; Ένα χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του, ξεχασμένο από καιρό σαν το μαγαζάκι του. Ωραία θα ‘ταν, θα χαιρόταν τόσοι άνθρωποι και … η Μαρία! Θα έβγαινε κι αυτός από τη ρουτίνα του και τη μοναξιά του, θα «καταλάβαινε γιορτές».

–Όμως πρέπει να τα ετοιμάσω όλα αυτά. Να βρω κι ένα δώρο για το Βασίλη, μουρμούρισε μόνος του. Πρέπει να τρέξω, να προλάβω! Δε μου φθάνει ο χρόνος.

Αποφάσισε για πρώτη φορά να κλείσει το μαγαζάκι του νωρίτερα κι αυθόρμητα κοίταξε ξανά το μεγάλο ρολόι του. Σαν ν’ άρχισαν να κινούνται πιο γρήγορα οι δείκτες, σαν ν’ άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα η καρδιά του…

Γεωργία Παπαναστασίου

Ο καθένας μας, όσο μικρός κι αν είναι, είναι μεγάλος για τον αιώνιο Θεό.

come

Έλα να πλοηγηθούμε μαζί! Να πλοηγηθούμε μαζί στην Ελπίδα που χαρά ζει. Και γιατί ζει χαρά και χαράζει τώρα και στο διαδίκτυο; Γιατί είναι ωραίο όταν πλοηγούμαστε να μοιραζόμαστε! Να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας και τις εμπειρίες μας για πρόσωπα που μας εμπνέουν, για γεγονότα που μας προβληματίζουν, για βιβλία που μίλησαν μέσα μας αλλά και για να ανταλλάζουμε ιδέες για παιχνίδια, κατασκευές, παρουσιάσεις και πολλά ακόμη θέματα. Καλώς ήρθες!

Έλα να πλοηγηθούμε μαζί

Δεκέμβριος 2017
Δευ Tρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
27 28 29 30 1 2 3
4 5 6 7 8 9 10
11 12 13 14 15 16 17
18 19 20 21 22 23 24
25 26 27 28 29 30 31

Πολυμέσα

Cred­its| Επικοινωνία|Sitemap|

Copy­right © 2016. Ελπιδικό Φοιτητικό Σώμα. All Rights Reserved