Το παιχνίδι αυτό παιζόταν σε ανοιχτό μέρος με πολλά παιδιά, περισσότερα από έξι. Με συμφωνία (πράγμα σπάνιο), ή με λάχνισμα (συνήθως της κρυμμένης πέτρας) έβγαινε ένα παιδί για «μοιραστής».

Στην αρχή ορίζονταν δύο σημεία που να έχουν μεταξύ τους απόσταση γύρω στα δέκα μέτρα. Το ένα σημείο λεγόταν άσυλο, ενώ γύρω από το άλλο σημείο συγκεντρώνονταν οι παίκτες όρθιοι και σχημάτιζαν κύκλο με τα χέρια προτεταμένα προς το κέντρο, τις παλάμες ανοιχτές και προς τα πάνω και δείχνοντας προς το κέντρο του κύκλου. Ήταν σαν να ζητούσαν από κάποιον κάτι.


Ο μοιραστής κρατώντας στο χέρι ένα μικρό πετραδάκι, περνούσε με τη σειρά ένα προς ένα όλους τους παίκτες και προσποιούνταν πως στην παλάμη του παίκτης άφηνε το πετραδάκι. Σε κάποιου βέβαια την παλάμη, πράγματι άφηνε το πετραδάκι. Κανένας όμως άλλος εκτός από το μοιραστή κι από το παιδί στην παλάμη του οποίου άφηνε το πετραδάκι δεν το ήξερε, γιατί μόλις ο μοιραστής ακουμπούσε την ανοιχτή παλάμη ενός παιδιού, κάνοντας πως του άφηνε την πέτρα, το παιδί έκλεινε το χέρι του. Έτσι όλοι είχαν τις παλάμες κλεισμένες και υποπτεύονταν ο ένας τον άλλο, ενώ ο μοιραστής εξακολουθούσε να γυρίζει κάνοντας τάχα πως μοιράζει ακόμα.


Ξαφνικά το παιδί που είχε το πετραδάκι, έφευγε τρέχοντας, οπότε όλοι καταλάβαιναν ότι αυτός είχε το πετραδάκι και τότε ένας ή και περισσότεροι παίκτες ρίχνονταν πίσω του και τον κυνηγούσαν.


Αν κάποιος προλάβαινε και τον ακουμπούσε πριν φθάσει στο σημείο ελευθερίας-​ασύλου, γύριζαν όλοι πίσω και το παιχνίδι επαναλαμβανόταν. Αν όμως ο παίκτης με το πετραδάκι έφθανε στο σημείο ελευθερίας-​ασύλου, χωρίς να τον ακουμπήσουν οι διώκτες του, αποκτούσε άσυλο και δεν επιτρεπόταν η περαιτέρω καταδίωξή του. Τότε ο παίκτης λεγόταν άσυλος και μαζεύονταν γύρω του οι άλλοι παίκτες.

Ο μοιραστής τώρα που στεκόταν λίγο μακρύτερα, ρωτούσε τους παίκτες: «Τι θέλετε;». Ένας-​ένας πλησίαζαν στο μοιραστή οι παίκτες και του λέγανε χαμηλόφωνα στο αυτί, τι ο καθένας τους ήθελε, π.χ. μήλο έλεγε ο ένας, σύκο έλεγε ο άλλος, πορτοκάλι ο τρίτος κ.ο.κ. Αφού όλοι δήλωναν τις προτιμήσεις τους, ο μοιραστής ρωτούσε τον άσυλο: «Τι θέλεις; μήλο, σύκο, … ή πορτοκάλι;». Έλεγε δηλαδή όλες τις προτιμήσεις και κάποια παραπάνω για να τον ξεγελάσει. εκείνος φυσικά διάλεγε ότι ήθελε και απαντούσε: «Θέλω μήλο!».

Όποιο παιδί είχε προηγουμένως δηλώσει στον μοιραστή το μήλο, ήταν υποχρεωμένο να πάει στο άσυλο, να τον πάρει καβάλα και να τον φέρει πίσω στο κέντρο του κύκλου. Μετά απ’ αυτή την «τιμωρία» το παιχνίδι ξανάρχιζε, με την ίδια μάνα. Η τιμωρία αυτή λεγόταν γκότς, που σημαίνει καβάλα.

Ο καθένας μας, όσο μικρός κι αν είναι, είναι μεγάλος για τον αιώνιο Θεό.

come

Έλα να πλοηγηθούμε μαζί! Να πλοηγηθούμε μαζί στην Ελπίδα που χαρά ζει. Και γιατί ζει χαρά και χαράζει τώρα και στο διαδίκτυο; Γιατί είναι ωραίο όταν πλοηγούμαστε να μοιραζόμαστε! Να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας και τις εμπειρίες μας για πρόσωπα που μας εμπνέουν, για γεγονότα που μας προβληματίζουν, για βιβλία που μίλησαν μέσα μας αλλά και για να ανταλλάζουμε ιδέες για παιχνίδια, κατασκευές, παρουσιάσεις και πολλά ακόμη θέματα. Καλώς ήρθες!

Έλα να πλοηγηθούμε μαζί

Απρίλιος 2017
Δευ Tρι Τετ Πεμ Παρ Σαβ Κυρ
27 28 29 30 31 1 2
3 4 5 6 7 8 9
10 11 12 13 14 15 16
17 18 19 20 21 22 23
24 25 26 27 28 29 30

Πολυμέσα

Cred­its| Επικοινωνία|Sitemap|

Copy­right © 2016. Ελπιδικό Φοιτητικό Σώμα. All Rights Reserved